Χρήστος Τανάσκος
Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Γιαννιτσών

Ιωάννης Οικονόμου
Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Έδεσσας

Κοινός δρόμος στη Δικαιοσύνη

Δύο Πρωτοδικεία, δύο Δικηγορικοί Σύλλογοι και ένας νομός με ιδιαίτερη δικαστική πραγματικότητα. Οι πρόεδροι των Δικηγορικών Συλλόγων Έδεσσας και Γιαννιτσών καταθέτουν στο myPoint τη δική τους οπτική για τη συνεργασία των δύο πλευρών, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα ο δικηγόρος της περιφέρειας, την ανάγκη για σύγχρονες υποδομές και ψηφιακό εκσυγχρονισμό, αλλά και για τον ρόλο που καλείται να διατηρήσει η δικηγορία σε μια εποχή μεγάλων αλλαγών.

Πως βιώνετε τη συνύπαρξη δύο δικηγορικών Συλλόγων (και κατά συνέπεια δύο Πρωτοδικείων) στον ίδιο νομό;

Χ.Τ. : Η Πέλλα ανήκει στους λίγους νομούς της χώρας όπου λειτουργούν δύο Πρωτοδικεία και, αντίστοιχα, δύο Δικηγορικοί Σύλλογοι. Η ιδιαίτερη πληθυσμιακή, γεωγραφική και οικονομική φυσιογνωμία της περιοχής, με τη μεγαλύτερη πόλη να μην αποτελεί τη διοικητική έδρα της, οδήγησε το 1984 στην ίδρυση του Πρωτοδικείου και του Δικηγορικού Συλλόγου Γιαννιτσών.
Όλα αυτά τα χρόνια η συνύπαρξη των δύο Συλλόγων είναι απολύτως αρμονική. Διατηρούμε αγαστή σχέση, η οποία βασίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό και την τακτική επικοινωνία, κυρίως όμως στις στενές φιλικές σχέσεις μεταξύ των μελών μας.
Συνεργαζόμαστε σε ζητήματα που αφορούν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, συντονίζουμε παρεμβάσεις και συνδιοργανώνουμε εκδηλώσεις. Η στενή αυτή σχέση αλληλεπίδρασης φτάνει στο σημείο να διατηρούμε κοινή ποδοσφαιρική ομάδα, ενισχύοντας στην πράξη τους συναδελφικούς δεσμούς.
Κάθε Σύλλογος διατηρεί, βεβαίως, την αυτοτέλεια, την ιδιαίτερη ιστορική του διαδρομή και τη στενή σύνδεσή του με την τοπική κοινωνία. Αυτό, όμως, δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά. Αντιθέτως, η ύπαρξη δύο ενεργών Συλλόγων στον νομό ενισχύει τη συνεργασία, τον γόνιμο διάλογο και τη δυνατότητα κοινής, ισχυρότερης εκπροσώπησης του δικηγορικού σώματος της Πέλλας.

Ι.Ο. : Η συνύπαρξη δύο δικηγορικών συλλόγων δεν χρειάζεται να σημαίνει ανταγωνισμό. Μπορεί να σημαίνει δύο ξεχωριστές τοπικές φωνές που υπηρετούν τον ίδιο σκοπό: την αποτελεσματική απονομή της Δικαιοσύνης και την απρόσκοπτη πρόσβαση των πολιτών σε αυτήν. Στις μικρές Δικηγορικές κοινότητες υπάρχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα όλοι γνωριζόμαστε και, τελικά, όλοι υπηρετούμε τους ίδιους ανθρώπους και το ίδιο σύστημα δικαιοσύνης. Η πρόκληση είναι να μετατρέψουμε αυτή την εγγύτητα σε συνεργασία. Τα δικαστήρια μπορεί να έχουν διαφορετική διοικητική δομή και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι διαφορετικές προτεραιότητες, αλλά ο πολίτης δεν ενδιαφέρεται για τα διοικητικά μας όρια. Ενδιαφέρεται να βρει γρήγορα, αξιόπιστα και οικονομικά προσιτή δικαιοσύνη και να εμπιστεύεται το δικαστικό σύστημα.

Ποιές είναι οι δύο μεγαλύτερες προκλήσεις που βιώνει ένας δικηγόρος επαρχίας, και δη σε νομό με παραμεθόριες περιοχές;

Χ.Τ. : Η πρώτη πρόκληση είναι η επαγγελματική βιωσιμότητα και η δύσκολη καθημερινότητα. Η πληθυσμιακή και οικονομική συρρίκνωση, το υψηλό φορολογικό, ασφαλιστικό και λειτουργικό κόστος, η γραφειοκρατία, οι καθυστερήσεις και οι συνεχείς νομοθετικές μεταβολές δημιουργούν ένα πιεστικό περιβάλλον, ιδίως για τους νέους. Στην επαρχία, μάλιστα, το ευρύ φάσμα υποθέσεων απαιτεί διαρκή ενημέρωση και προσαρμοστικότητα.
Η δεύτερη πρόκληση είναι η απόσταση από υπηρεσίες που συγκεντρώνονται στα μεγάλα αστικά κέντρα. Αρκεί να αναλογιστούμε τον χρόνο και το κόστος της μετακίνησης από την Αριδαία στη Θεσσαλονίκη. Η ψηφιοποίηση περιορίζει τις δυσκολίες, δεν υποκαθιστά όμως την ανάγκη για ισχυρές και επαρκώς στελεχωμένες υπηρεσίες στην περιφέρεια.

Ι.Ο. : Η πρώτη είναι η οικονομική βιωσιμότητα της μικρής δικηγορικής πρακτικής, σε συνδυασμό με την περιορισμένη δικηγορική ύλη. Ο δικηγόρος πρέπει να είναι ταυτόχρονα δικηγόρος, διαχειριστής επιχείρησης, λογιστής, τεχνολόγος, υπεύθυνος marketing και πολλές φορές κοινωνικός λειτουργός για την κοινότητά του.
Η δεύτερη είναι η γεωγραφία. Οι αποστάσεις είναι μεγάλες και η πρόσβαση του πολίτη σε δικηγόρο και στη Δικαιοσύνη δεν είναι αυτονόητη.
Η μεγαλύτερη όμως πρόκληση είναι να πείσουμε έναν νέο δικηγόρο ότι η μικρή πόλη δεν είναι επαγγελματικός συμβιβασμός. Στην πραγματικότητα, η μικρή δικηγορική αγορά προσφέρει πράγματα που συχνά δεν υπάρχουν στις μεγάλες πόλεις: μεγαλύτερη αυτονομία, προσωπικές σχέσεις με τους πελάτες, ευρύτερο αντικείμενο εργασίας και ουσιαστικότερη συμμετοχή στην κοινωνία.

Ποιές τρείς δράσεις του Συλλόγου σας (κοινωνικού και νομικού υποβάθρου) ξεχωρίζετε και γιατί;

Χ.Τ. : Ο Σύλλογός μας έχει αναπτύξει πλούσια κοινωνική και επιστημονική δράση και σταθερούς δεσμούς με τους τοπικούς φορείς. Ενδεικτικά αναφέρω τη στήριξη του Νοσοκομείου Γιαννιτσών, τη δωρεάν νομική υποστήριξη θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, το «Δέντρο της Αγάπης» και τις παρεμβάσεις μας κατά την πανδημία και στην τραγωδία των Τεμπών.
Από τις δράσεις μας ξεχωρίζω, πρώτον, τον συλλογικό, επίμονο και τεκμηριωμένο αγώνα για τη διατήρηση του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών ως αυτοτελούς, διασφαλίζοντας την άμεση πρόσβαση των πολιτών στη Δικαιοσύνη.
Δεύτερον, τη σύσταση του Ειδικού Διανεμητικού Λογαριασμού Νέων Δικηγόρων, για τη συμβολική και έμπρακτη στήριξή τους στα δυσκολότερα επαγγελματικά τους βήματα. Πρόκειται για πρωτοπόρο θεσμό, μοναδικό μεταξύ των περιφερειακών Δικηγορικών Συλλόγων.
Τέλος, το Πρωτόκολλο Συνεργασίας που, με πρωτοβουλία μας, υπέγραψαν είκοσι φορείς της πόλης. Μια δράση χωρίς αντίστοιχο προηγούμενο πανελλαδικά, που δημιουργεί σταθερό πλαίσιο κοινής παρέμβασης της τοπικής κοινωνίας σε ζητήματα θεσμικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος.

Ι.Ο. : Πρώτα, η ενίσχυση της συμμετοχής των συναδέλφων στην άμεση παροχή νομικής βοήθειας σε ανθρώπους που δεν μπορούν να πληρώσουν δικηγόρο.
Δεύτερον, η επαγγελματική υποστήριξη νέων δικηγόρων.
Η δικηγορία είναι ένας διαρκής καθημερινός αγώνας εντίμως μαχομένων συναδέλφων για το δίκαιο και την προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών. Η διαρκής επιμόρφωση όλων μας μέσω πρόσβασης σε εξειδικευμένα σεμινάρια καθώς και η επαφή με επιφανείς επαγγελματίες του κλάδου, ενισχύουν το επαγγελματικό μας κύρος, και καθιστούν τη συμμετοχή όλων των μελών μας σταθερά επωφελή και ουσιαστική.
Τρίτον, η νομική παιδεία της κοινωνίας. Επισκεπτόμαστε σχολεία, διοργανώνουμε επιστημονικά συνέδρια, συμμετέχουμε σε τοπικές εκδηλώσεις και προσπαθούμε να εξηγούμε στους πολίτες τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Για εμάς, ο δικηγορικός σύλλογος δεν είναι μόνο ένας επαγγελματικός φορέας. Είναι μέρος της κοινωνικής υποδομής της περιοχής. Η μικρή κοινωνία έχει ένα πλεονέκτημα: κάθε δράση έχει άμεσο αποτέλεσμα. Όταν βοηθάς έναν νέο δικηγόρο να ξεκινήσει, στην πραγματικότητα επενδύεις στην πρόσβαση ολόκληρης της κοινότητας στη Δικαιοσύνη.


Ποιά αλλαγή κατά τη γνώμη σας θα διευκολύνει την άσκηση δικηγορίας του Συλλόγου σας και γιατί; Τι οφέλη θεωρείτε ότι θα έχει για τα Γιαννιτσά και την ευρύτερη περιοχή του Νομού Πέλλας η δημιουργία του Δικαστικού Μεγάρου για τους πολίτες αλλά και τους δικηγόρους;

Χ.Τ. : Η αλλαγή που θα διευκόλυνε την καθημερινότητά μας είναι η ολοκληρωμένη ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης. Ενιαία και αξιόπιστα συστήματα πρέπει να επιτρέπουν την ηλεκτρονική κατάθεση και παρακολούθηση υποθέσεων, την πρόσβαση στα έγγραφα, τον περιορισμό των μετακινήσεων και την υπεύθυνη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης ως εργαλείου υποστήριξης, όχι υποκατάστασης της νομικής κρίσης.
Το νέο Δικαστικό Μέγαρο είναι έργο που υπερβαίνει τα όρια του δικηγορικού σώματος. Θα συγκεντρώσει τις δικαστικές υπηρεσίες σε σύγχρονες, ασφαλείς και προσβάσιμες υποδομές, διασφαλίζοντας αξιοπρεπείς συνθήκες και αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Παράλληλα, θα ενισχύσει την τοπική οικονομική δραστηριότητα, θα αναβαθμίσει τον θεσμικό ρόλο των Γιαννιτσών και θα συμβάλει στην αναπτυξιακή προοπτική της ευρύτερης περιοχής. Το νέο Δικαστικό Μέγαρο δεν είναι απλώς ένα κτίριο. Είναι επένδυση στο μέλλον της Δικαιοσύνης στον τόπο μας και θεσμική παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.

 

Ι.Ο. : Η επένδυση στην τεχνολογία και στις δικαστικές υποδομές. Η τηλεδιάσκεψη, τα ηλεκτρονικά αρχεία, η ηλεκτρονική κατάθεση και οι σύγχρονες δικαστικές εγκαταστάσεις μπορούν να μειώσουν δραστικά το κόστος της επαρχιακής δικηγορίας. Η τεχνολογία δεν αντικαθιστά τον δικηγόρο. Του επιτρέπει όμως να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στον πελάτη και λιγότερο στη μετακίνηση και στη γραφειοκρατία.

Θα ήταν εύκολο, ως Πρόεδρος ενός Δικηγορικού Συλλόγου που δεν βρίσκεται στην πόλη όπου γίνεται η επένδυση, να αντιμετωπίσω το ζήτημα ανταγωνιστικά. Δεν θα ήταν όμως ούτε δίκαιο ούτε θεσμικά σωστό. Ασφαλώς και θα ήθελα ένα νέο, σύγχρονο Δικαστικό Μέγαρο και στη δική μας πόλη, και εκτιμώ ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα οι εξελίξεις στη συγκεκριμένη επένδυση θα μας δικαιώσουν. Οι ανάγκες των δικηγόρων, των δικαστικών λειτουργών και κυρίως των πολιτών είναι υπαρκτές και δεν πρέπει να υποτιμώνται. Ένα σύγχρονο Δικαστικό Μέγαρο είναι επένδυση στη Δικαιοσύνη και, επομένως, αποτελεί επένδυση σε ολόκληρο τον Νομό. Θα βελτιώσει τις συνθήκες απονομής της Δικαιοσύνης, θα αναβαθμίσει την καθημερινότητα των δικηγόρων και των δικαστικών λειτουργών και θα προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες στους πολίτες. Ταυτόχρονα, όμως, θα πρέπει να είμαστε ειλικρινείς: μια τέτοια επένδυση ενισχύει αναπόφευκτα και τη θέση της πόλης στην οποία πραγματοποιείται. Αυτό είναι θεμιτό και αναμενόμενο. Εκείνο που δεν θα ήταν θεμιτό είναι η ανάπτυξη της μίας πόλης να οδηγήσει στην υποβάθμιση της άλλης. Γι’ αυτό θεωρώ ότι η δημιουργία του νέου Δικαστικού Μεγάρου πρέπει να αποτελέσει αφετηρία και όχι τελικό προορισμό για τον δικαστικό σχεδιασμό του Νομού. Θα πρέπει να υπάρξει ένας συνολικός σχεδιασμός που θα αναγνωρίζει τις ανάγκες και των δύο δικαστικών κοινοτήτων.
Δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις δύο πόλεις ως αντιπάλους που διεκδικούν ένα μηδενικό άθροισμα. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να έχει νικητές και ηττημένους. Γιατί τελικά το ζητούμενο δεν είναι ποια πόλη θα έχει το καλύτερο Δικαστικό Μέγαρο. Το ζητούμενο είναι αν ο πολίτης της Πέλλας, ανεξάρτητα από το πού κατοικεί, θα έχει πρόσβαση σε μια σύγχρονη, γρήγορη και αξιοπρεπή Δικαιοσύνη.

Τι εύχεστε για το μέλλον της δικηγορίας στην Ελλάδα;

Χ.Τ. : Σε ένα περιβάλλον ριζικών τεχνολογικών, θεσμικών και οικονομικών μεταβολών, εύχομαι μια δικηγορία ανεξάρτητη, βιώσιμη και κοινωνικά παρούσα, που θα προσαρμόζεται στις εξελίξεις χωρίς να χάνει τον θεσμικό και ανθρωποκεντρικό της χαρακτήρα. Μια δικηγορία με αξιοπρεπείς συνθήκες άσκησης και πραγματική προοπτική για τους νέους συναδέλφους.
Πάνω απ’ όλα, εύχομαι οι δικηγόροι να εξακολουθήσουν να αποτελούν ισχυρή και ελεύθερη φωνή υπεράσπισης των δικαιωμάτων, των κοινωνικών ελευθεριών και ιδιαίτερα του οικονομικά και κοινωνικά αδύναμου πολίτη. Γιατί χωρίς ανεξάρτητους δικηγόρους δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ουσιαστική πρόσβαση στη Δικαιοσύνη ούτε πραγματικό κράτος δικαίου.
Ι.Ο. : Εύχομαι η δικηγορία να παραμείνει ένα επάγγελμα που υπηρετεί τον άνθρωπο πριν από όλα. Η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξουν δραματικά τον τρόπο με τον οποίο δουλεύουμε. Δεν πρέπει όμως να χαθεί η προσωπική σχέση δικηγόρου και πελάτη. Στη μικρή κοινωνία αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πλεονέκτημά μας: ο πελάτης δεν είναι απλώς ένας αριθμός υπόθεσης. Είναι ο γείτονάς μας.